Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Στράτος Γεωργούλας: Μετανάστευση και εγκλήματα κράτους. Τα κλειστά κέντρα κράτησης και η φωλιά του φιδιού


Ο ΟΙΚΟ.ΠΟΛΙ.Σ. συνεχίζει τις αναρτήσεις στο blog με αντιφασιστικά κείμενα και παρεμβάσεις, γιατί εκτιμά ότι ο αγώνας ενάντια στους νεοναζί και τους νεοαφασίστες πρέπει να είναι διαρκής και σε όλα τα επίπεδα, στο δρόμο, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία κ.λπ.
Η ανάρτηση για τα κλειστά κέντρα κράτησης έχει σχέση α) με πληροφορίες που έχουμε για τη δημιουργία  κέντρων κράτησης  μεταναστών στην περιοχή (στο χώρο του Νοσοκομείου Δυτικής Αττικής -  πρώην Λοιμωδών και στο πρώην  Γ' Κέντρο χρόνιων παθήσεων στην Αφαία Σκαραμαγκά) β) με τον αρθρογράφο Στράτο Γεωργούλα (καθηγητή Κοινωνιολογίας) που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη μας, το Χαϊδάρι.
----------------

Μετανάστευση και εγκλήματα κράτους 
Τα κλειστά κέντρα κράτησης και η φωλιά του φιδιού


Ποσοτικές αναφορές περί «συμμοριών» μεταναστών και υπερεκπροσώπησης μεταναστών στην εγκληματικότητα έχουν κριθεί στατιστικώς αναξιόπιστες καθώς, αφενός δεν μπορούν να αποδείξουν άμεση αιτιώδη συσχέτιση, αφετέρου δεν θέτουν υπό διερεύνηση την υπεραστυνόμευση μεταναστευτικών πληθυσμών και τις σε βάρος τους διακρίσεις στη λειτουργία των μηχανισμών απονομής δικαιοσύνης



Του Στράτου Γεωργούλα



«Δεν είμαστε εγκληματική συμμορία, αλλά ένα πολιτικό κίνημα που σκοπό έχει να καταπολεμήσει την εγκληματικότητα», δήλωσε ο υπόδικος Κασιδιάρης, υποσημειώνοντας τη σύνδεση εγκληματικότητας και μετανάστευσης. 


Ο νεοναζιστικός λόγος της Χρυσής Αυγής περί αιτιολογικής σύνδεσης μετανάστευσης και εγκληματικότητας, δεν ήταν ποτέ περιθωριακός στην ελληνική κοινωνία. Ήταν μέρος της κυρίαρχης πολιτικής και της μιντιακής της αναπαράστασης, από τη στιγμή που το ταξικό και συντηρητικό ελληνικό κράτος αποφάσισε να το οριοθετήσει ως «κοινωνικό πρόβλημα». Τώρα πια έχουμε ήδη κατανοήσει ότι το αυγό του φιδιού φώλιαζε στις κρατικές και παρακρατικές δομές και ότι το εν δυνάμει σώμα ψηφοφόρων του μορφώματος αυτού βρίσκεται σε αυτούς που είχαν πιστέψει την τρομολαγνεία των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων και επιζητούσαν την αυστηροποίηση της αντίστοιχης αντεγκληματικής πολιτικής.

Είναι εύκολο να αναγνωρίζεις αυτούς τους υποψήφιους ψηφοφόρους των νοσταλγών του Χίτλερ, όταν σε αντίστοιχη κουβέντα χρησιμοποιούν τον όρο «λαθρομετανάστευση». Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτή η φωλιά αποτελεί μια κανονικότητα: μια αιώνια και καθολική αλήθεια, για την οποία κάθε εναλλακτική εξήγηση, επιστημονική έρευνα ή πρόταση πολιτικής, αποτελεί μια «μιαρότητα», η οποία υπόκειται σε κοινωνικούς αποκλεισμούς και κατασταλτικές – τιμωρητικές διαδικασίες ως προς τους φορείς από τους οποίους εκπορεύεται. Υπάρχει όμως: αντιστέκεται, παράγει κριτική θεωρία και έρευνα, θέτοντας σε κρίση τους κυρίαρχους μύθους και σημειώνοντας ερωτήματα τα οποία και καλείται να απαντήσει.

Αναλυτικότερα: στο θέμα της σύνδεσης μετακινούμενων πληθυσμών και εγκληματικότητας, έχει αναπτυχθεί ένα κύμα παρανοήσεων, το οποίο αποτυπώνεται και σε συμβατικές εγκληματολογικές έρευνες, αλλά και αναπαράγεται και συντηρείται σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα μέσω της διαδικασίας του φόβου θυματοποίησης. Ποσοτικές αναφορές περί «συμμοριών» μεταναστών και υπερεκπροσώπησης μεταναστών στην εγκληματικότητα έχουν κριθεί στατιστικώς αναξιόπιστες καθώς, αφενός δεν μπορούν να αποδείξουν άμεση αιτιώδη συσχέτιση, αφετέρου δεν θέτουν υπό διερεύνηση την υπεραστυνόμευση μεταναστευτικών πληθυσμών και τις σε βάρος τους διακρίσεις στη λειτουργία των μηχανισμών απονομής δικαιοσύνης. Ο κριτικός εγκληματολογικός λόγος δεν στέκεται μόνο κριτικός απέναντι στη συνεχή παραγωγή συμπερασμάτων αντίστοιχων ερευνών. Θέτει και ερωτήματα του τύπου γιατί το κράτος λειτουργεί επιλεκτικά ως προς τον ορισμό μίας πράξης ως εγκληματικής από ένα σύνολο πράξεων οι οποίες προκαλούν κοινωνικές βλάβες, αρκετές από τις οποίες παράγει το ίδιο και οι φορείς του σε βάρος των μετακινούμενων πληθυσμών; Ερωτήματα όπως τα ακόλουθα αναδεικνύονται από τη ριζοσπαστική εγκληματολογική σκέψη: Γιατί οι μετανάστες και οι πρόσφυγες υπερεκπροσωπούνται στις επίσημες θυματολογικές στατιστικές; Γιατί εγκλήματα σε βάρος μεταναστών δεν καταγράφονται από τους επίσημους φορείς κοινωνικού ελέγχου και δεν αντιμετωπίζονται όπως αυτά που έχουν θύματα μη-μετανάστες; Γιατί το κράτος δεν αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τα εργατικά ατυχήματα (συχνά θανατηφόρα) με θύματα μετανάστες; Ειδικά για το ζήτημα των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, ο κριτικός εγκληματολογικός λόγος έχει αρχίσει να θέτει ερωτήματα, όπως γιατί οι «αναπτυγμένες» χώρες με μικρότερο αριθμό προσφύγων (σε σχέση με τις «αναπτυσσόμενες») διακρίνονται και από τις πιο καταπιεστικές, κατασταλτικές πολιτικές; Γιατί στα σύνορα ασκούνται από τον επίσημο κοινωνικό έλεγχο πολιτικές οι οποίες καταπιέζουν ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς να στηρίζονται σε διεθνείς συμβάσεις και νόμους; Πώς συγκεκριμένες κρατικές πολιτικές στοχοποιούν τους πρόσφυγες ως ευάλωτο πληθυσμό προκαλώντας κοινωνικές βλάβες και αποκαλύπτοντας την αποτυχία των κρατικών συστημάτων πρόνοιας;

Σε κάθε περίπτωση, ο ριζοσπαστικός εγκληματολογικός λόγος στέκεται αντιμέτωπος σε θεωρητικές και ερευνητικές μελέτες που ανάγουν το μεταναστευτικό ζήτημα σε πρόβλημα εγκληματογένεσης και όχι εγκληματοποίησης, καθώς και σε μελέτες που αποτελούν έναν επιστημονικοφανή λόγο νομιμοποίησης και αναπαραγωγής της πολιτικής του φόβου. Ο κριτικός εγκληματολογικός λόγος εκδηλώνει ενδιαφέρον και αναδεικνύει το ζήτημα των εγκλημάτων του κράτους με θύματα τους μετακινούμενους πληθυσμούς, τους οποίους, ταυτόχρονα, τυποποιεί ως «εγκληματίες» ορίζοντας την πράξη της εισόδου τους σε μία χώρα ως παράνομη, χωρίς μάλιστα να τους αναγνωρίζει τα οριζόμενα από την ποινική δικονομία δικαιώματα του «εγκληματία». 

Ειδικά σήμερα, στην Ελλάδα, με την πολιτική της ανέγερσης ενός Κέντρου Κράτησης σε κάθε πόλη, ενός κρατητηρίου σε κάθε χωριό (αντικαθιστώντας το αντίστοιχο της δημιουργίας ΑΕΙ και ΤΕΙ) και με πρόσφατη την εμπειρία από τη λειτουργία των υπαρχόντων Κέντρων «Υποδοχής», ένας ριζοσπαστικός εγκληματολογικός λόγος θα αναγνωρίζει την πραγματική σύνδεση του εγκλήματος και της μετανάστευσης στα παρακάτω: 

• Με ποιο τρόπο η δομή, η λειτουργία και οι συγκεκριμένες πρακτικές που λαμβάνουν χώρα σε κέντρα κράτησης (μεγάλη διάρκεια κράτησης, συνθήκες διαβίωσης, αντιμετώπιση από τους φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, μέθοδοι όπως οι σωματικοί έλεγχοι) προκαλούν βλάβες στους έγκλειστους πληθυσμούς, με ειδική αναφορά στους ασυνόδευτους ανήλικους και σε (ενδεχόμενα) ιδιωτικά κέντρα κράτησης.

• Mε ποιο τρόπο μη-κατασταλτικές πολιτικές, ως κομμάτι μιας προνοιακής πολιτικής, προκαλούν προβλήματα αποκλεισμού από υπηρεσίες Υγείας, εκπαίδευσης, εργασίας κ.λπ., αποτρέποντας στην ουσία τις εξαγγελίες περί ένταξης/ενσωμάτωσης και στιγματίζοντας αυτούς τους πληθυσμούς ως περιθωριακούς, καθιστώντας τους συνεπώς, ευάλωτους στη λειτουργία του επίσημου κοινωνικού ελέγχου. 

• Mε ποιο τρόπο λειτουργεί η αστυνόμευση στα σύνορα και εάν η συνοριακή αστυνόμευση δεν είναι απλά μία απάντηση στη μη ελεγχόμενη κίνηση μεταναστευτικών ομάδων, αλλά μία διαδικασία σε εξέλιξη η οποία αλλάζει το χαρακτήρα των συνόρων, επαναδιατυπώνοντας το χαρακτήρα των εξουσιαστικών δομών πέρα από κατεστημένες και καταγεγραμμένες σε επίσημα νομικά κείμενα διατυπώσεις της εθνικής κυριαρχίας, των διεθνών σχέσεων και των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε αυτό τον προβληματισμό εντάσσονται και ζητήματα επιτήρησης του σώματος ως μίας ταυτότητας που μπορεί να λειτουργεί ως κλειδί πρόσβασης στην (ή αποκλεισμού από τη) σύγχρονη κοινωνία.


Απαντώντας στα παραπάνω, ενδεικτικά και μόνο από τη διεθνή και ελληνική εμπειρία, τόσο σε έναν αριστερό επιστημονικό λόγο, όσο και στον καταγγελτικό κινηματικό λόγο, τέτοια εγκλήματα (που ανήκουν συχνά στο σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας ή όταν αποκαλύπτονται μένουν ουσιαστικά ατιμώρητα) είναι οι αστυνομικές επιχειρήσεις-σκούπα, οι άθλιες συνθήκες κράτησης, ο υπερβολικός συνωστισμός, η παντελής έλλειψη δυνατότητας προαυλισμού, οι άθλιες συνθήκες υγιεινής, οι παρατεταμένες περίοδοι κράτησης ακόμα και οικογενειών και ασυνόδευτων παιδιών, η ελλιπής ενημέρωση των δικαιωμάτων, η ουσιαστικά ανύπαρκτη επικοινωνία των εγκλείστων με πρόσωπα της επιλογής τους, η αδυναμία προστασίας της υγείας τους, αλλά ακόμα χειρότερα, οι περιπτώσεις αστυνομικής βίας (λεκτικής και φυσικής) και οι πράξεις που προκαλούν σωματικές βλάβες και ενδεχόμενες ανθρωποκτονίες στα θαλάσσια σύνορα. 

Σε πρόσφατα δημοσιεύμενη έρευνά μας, και με ειδική αναφορά στο Κέντρο Κράτησης της Παγανής Λέσβου, όλα τα παραπάνω – με τη χρήση μεθόδων ποιοτικής κοινωνικής έρευνας- επιβεβαιώνονται. Σε έναν χώρο με υπερπληθυσμό (κατά περίσταση μέχρι και υπερτριπλάσιο σε σχέση με τη χωρητικότητα), άθλιες συνθήκες υγιεινής, προβληματικά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης, καταγγελίες για άσκηση ψυχολογικής και σωματικής αστυνομικής βίας, τόσο εντός του Κέντρου, όσο και κατά τη διάρκεια της σύλληψης στα θαλάσσια σύνορα, ο ρατσισμός και τα εγκλήματα του κράτους δεν είναι απρόσωπα. Είναι ο κάθε ειδικός φρουρός που φωνάζει στους ανθρώπους «δεν θα μας κάνετε εσείς ότι θέλετε, εδώ εμείς κάνουμε κουμάντο». Είναι ο λιμενικός ο οποίος – σύμφωνα με συνέντευξη Αφγανού ασυνόδευτου ανήλικου- πετάει στη θάλασσα προσωπικά αντικείμενα, ρούχα και παπούτσια, χτυπάει με ένα σκοινί, γελάει, κοροϊδεύει, βρίζει και στο τέλος αφήνει στα ανοικτά τη βάρκα με ένα κουπί και φεύγει. Είναι ο αστυνομικός ο οποίος χτυπάει με μια αστυνομική ράβδο, και ο προϊστάμενος του, ο οποίος στην ΕΔΕ λέει «η βία δεν ήταν υπερβολική αλλά απαραίτητη». Είναι ο άλλος αστυνομικός ο οποίος λέει «όλοι αυτοί που έρχονται από την Ασία είναι παράσιτα» και ο άλλος που συμπληρώνει «ένας Μέγας Αλέξανδρος τους χρειάζεται να τους καθαρίσει όλους, είναι όλοι απολίτιστοι και βάρβαροι». Και τέλος είναι αυτός που αυτοπαρουσιάζεται και ως κομμάτι μιας ευρύτερης δημοκρατικής αριστερής παράταξης, ο οποίος δηλώνει στην επίσημη παρουσίαση της έρευνας – δίπλα ακριβώς από εκπροσώπους της επίσημης πολιτείας «μα γίνονται κάτι τέτοια; Υπερβολές, δεν τα πιστεύω». 

Αυτό είναι το αυγό του φιδιού και μόνο αν το σπάσεις μπορείς να ζήσεις ως άνθρωπος, να τολμήσεις να ονειρευτείς ένα καλύτερο αύριο. Αναδεικνύοντας και τιμωρώντας τη βία από κει που προέρχεται. Το καπιταλιστικό κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας. Πόσο αληθινή είναι αυτή η ρήση όταν πρόκειται για την επίσημη μεταναστευτική πολιτική.

Ο Στράτος Γεωργούλας είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας και 
μέλος του Αντιρατσιστικού Παρατηρητηρίου του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: