Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Ο Άγγελος Σικελιανός με την Έλλη Αλεξίου και τη Γαλάτεια Καζαντζάκη στην ακρογιαλιά του Σκαραμαγκά τρώνε θαλασσινά κυδώνια…

[Το σπίτι του Άγγελου Σικελιανού στη Φανερωμένη - Σαλαμίνα]

[Ο Σκαραμαγκάς ήταν ένας μαγεμένος τόπος. Έχουμε αναφερθεί στον Περικλή Γιαννόπουλο που αυτοκτόνησε «γαντοφορεμένος» επάνω στο άλογο στη θάλασσα του Σκαραμαγκά, αλλά και σε άλλους λογοτέχνες και καλλιτέχνες που είχαν επισκεφτεί και περιγράψει το τοπίο κατεβαίνοντας από  την Ιερά Οδό, μετά το Δαφνί, προς το Σκαραμαγκά. Σήμερα αντί για Πρωτοχρονιάτικο «δώρο» σας παρουσιάζουμε την περιγραφή της Έλλης Αλεξίου στο Σκαραμαγκά μαζί με την αδελφή της Γαλάτεια και τον Άγγελο Σικελιανό, πριν τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Προφανώς είχαν πάει με άμαξα. Δηλαδή με άλλογο/α με άμαξα, όπως και ο Περικλής Γιαννόπουλος, που τους περίμενε ο αμαξάς.  Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σικελιανός είχε σπίτι στη Φανερωμένη στη Σαλαμίνα, στην Ελευσίνα, γνώριζε και προφανώς αγαπούσε την περιοχή, δεν είναι τυχαίο και το συγκλονιστικό ποίημα ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ που έγραψε.|  Κ.Φωτ]

------------------------

«Ένα βραδάκι ο Σικελιανός με συνάντησε, εμένα και την αδελφή μου τη Γαλάτεια στο Σύνταγμα.
-          Γαλάτεια, της λέει, έχεις να πας πουθενά;
-          Όχι, γιατί ρωτας;
-          Δεν πάμε ένα περίπατο ως το Σκαραμαγκά;
Πήγαμε με αμάξι. Καθήσαμε στην ακρογιαλιά κι ο Σικελιανός παράγγειλε θαλασσινά κυδώνια, που εγώ τα άκουγα για πρώτη φορά. Άμα ήταν να φύγουμε ο Σικελιανός ζήτησε το λογαριασμό, το γκαρσόνι του είπε δώδεκα δραχμές. Θα ήταν, λέω, πριν και από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σικελιανός έβγαλε και του ‘δωσε ένα χαρτονόμισμα εικοσιπέντε δραχμών. Το γκαρσόνι μπήκε, βγήκε του ‘φερε τα ρέστα. Κι ο Σικελιανός με φυσικότητα:
-          Τα ρέστα για σένα…
Τα έξοδα ήταν δώδεκα δραχμές και το πουμπουάρ δεκατρείς….
Το ίδιο εκείνο βράδυ, ο Σικελιανός φορούσες κίτρινα πέτσινα γάντια. Μόλις απομακρυνθήκαμε από το μαγαζάκι και πλησιάζαμε στο αμάξι που μας περίμενε, ο Σικελιανός αντιλήφθηκε πως είχε ξεχάσει το ένα του γάντι….
-          Ξέχασα το ένα μου γάντι..
Έτρεξα αμέσως για να το φέρω.
-          Όχι, όχι, αφήστε… δεν πειράζει…
-          Μα τι, θα τ’ αφήσουμε, είπε η Γαλάτεια.
-          Αφήστε, αφήστε δεν πειράζει….
Με τη μεγαλύτερη αδιαφορία, να το ‘κανε επίτηδες; Πέταξε τα κατακαίνουργα ωραία γάντια.»

Έλλη Αλεξίου, «υπό εχεμύθειαν», Σύγχρονη Εποχή, 1979


Δεν υπάρχουν σχόλια: